γειτονεύω


γειτονεύω
[гитонэво] р. соседить.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "γειτονεύω" в других словарях:

  • γειτονεύω — γειτονεύω, γειτόνεψα βλ. πίν. 17 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • γειτονεύω — (AM γειτονεύω) [γείτων] 1. είμαι γείτονας κάποιου 2. συνορεύω νεοελλ. (για γυναίκα) περνάω την ώρα μου με άλλες γειτόνισσες …   Dictionary of Greek

  • γειτονεύω — γειτόνεψα, είμαι γείτονας, κατοικώ ή βρίσκομαι κοντά σε κάποιον: Τα μαγαζιά μας γειτονεύουν …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γειτονιάζω — γειτονεύω …   Dictionary of Greek

  • γειτονιάζω — γειτονεύω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • παραγειτνιώ — άω, Μ είμαι γείτονας, γειτονεύω με κάποιον. [ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α) * + γειτνιῶ «γειτονεύω»] …   Dictionary of Greek

  • προσγειτνιώ — άω, Α γειτονεύω, συνορεύω. [ΕΤΥΜΟΛ. < προσ * + γειτνιῶ «γειτονεύω»] …   Dictionary of Greek

  • γειτονευσάντων — γειτονέω aor part act masc/neut gen pl γειτονέω aor imperat act 3rd pl γειτονεύω l ect. aor part act masc/neut gen pl γειτονεύω l ect. aor imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γειτονευόντων — γειτονέω pres part act masc/neut gen pl γειτονέω pres imperat act 3rd pl γειτονεύω l ect. pres part act masc/neut gen pl γειτονεύω l ect. pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γειτονεῦον — γειτονέω pres part act masc voc sg γειτονέω pres part act neut nom/voc/acc sg γειτονεύω l ect. pres part act masc voc sg γειτονεύω l ect. pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)